Приложение (Грамматические таблицы)

ГРАММАТИЧЕСКИЕ ТАБЛИЦЫ ΚΛΙΣΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ

ΑΡΣΕΝΙΚΑ σε -ας

Ενικός αριθμός


Ον. ο πατέρας ο ταμίας ο φύλακας
Γεν. του πατέρα του ταμία του φύλακα
Αιτ. τον πατέρα τον ταμία τον φύλακα
Κλ. πατέρα ταμία φύλακα

Πληθυντικός αριθμός


Ον. οι πατέρες οι ταμίες οι φύλακες
Γεν. των πατέρων των ταμιών των φυλάκων
Αιτ. τους πατέρες τους ταμίες τους φύλακες
Κλ. πατέρες ταμίες φύλακες

ΑΡΣΕΝΙΚΑ σε -ας

Ενικός αριθμός


Ον. ο ψωμάς ο μπάρμπας
Γεν. του ψωμά του μπάρμπα
Αιτ. τον ψωμά τον μπάρμπα
Κλ. ψωμά μπάρμπα

Πληθυντικός αριθμός


Ον. οι ψωμάδες οι μπαρμπάδες
Γεν. των ψωμάδων των μπαρμπάδων
Αιτ. τους ψωμάδες τους μπαρμπάδες
Κλ. ψωμάδες μπαρμπάδες

ΑΡΣΕΝΙΚΑ σε -ης

Ενικός αριθμός


Ον. ο μαθητής ο γυμνασιάρχης
Γεν. του μαθητή του γυμνασιάρχη
Αιτ. το(ν) μαθητή το(ν) γυμνασιάρχη
Κλ. μαθητή γυμνασιάρχη

Πληθυντικός αριθμός


Ον. οι μαθητές οι γυμνασιάρχες
Γεν. των μαθητών των γυμνασιαρχών
Αιτ. τους μαθητές τους γυμνασιάρχες
Κλ. μαθητές γυμνασιάρχες

ΑΡΣΕΝΙΚΑ σε -ης

Ενικός αριθμός


Ον. ο καφετζής ο νοικοκύρης ο φούρναρης
Γεν. του καφετζή του νοικοκύρη του φούρναρη
Αιτ. τον καφετζή το(ν) νοικοκύρη το(ν) φούρναρη
Κλ. καφετζή νοικοκύρη φούρναρη

Πληθυντικός αριθμός


Ον. οι καφετζήδες οι νοικοκύρηδες οι φούρναρηδες
Γεν. των καφετζήδων των νοικοκύρηδων των φουρνάρηδων
Αιτ. τους καφετζίδες τους νοικοκύρηδες τους φουρνάρηδες
Κλ. καφετζήδες νοικοκύρηδες φουρνάρηδες

ΑΡΣΕΝΙΚΑ σε -ες


Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός
Ον. ο καφές οι καφέδες
Γεν. του καφέ των καφέδων
Αιτ. τον καφέ τους καφέδες
Κλ. καφέ καφέδες

ΑΡΣΕΝΙΚΑ σε -έας


Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός
Ον. ο κουρέας οι κουρείς
Γεν. του κουρέα των κουρέων
Αιτ. τον κουρέα τους κουρείς
Κλ. κουρέα κουρείς

ΑΡΣΕΝΙΚΑ σε -ους


Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός
Ον. ο παππούς οι παππούδες
Γεν. του παππού των παππούδων
Αιτ. τον παππού τους παππούδες
Κλ. παππού παππούδες

ΑΡΣΕΝΙΚΑ σε -ος

Ενικός αριθμός


Ον. ο ουρανός ο ώμος ο δάσκαλος
Γεν. του ουρανού του ώμου του δασκάλου
Αιτ. τον ουρανό τον ώμο το(ν) δάσκαλο
Κλ. ουρανέ ώμε δάσκαλε

Πληθυντικός αριθμός


Ον. οι ουρανοί οι ώμοι οι δάσκαλοι
Γεν. των ουρανών των ώμων των δασκάλων
Αιτ. τους ουρανούς τους ώμους τους δασκάλους
Κλ. ουρανοί ώμοι δάσκαλοι

ΘΗΛΥΚΑ σε -α

Ενικός αριθμός


Ον. η καρδιά η ώρα η θάλασσα
Γεν. της καρδιάς της ώρας της θάλασσας
Αιτ. την καρδιά την ώρα τη(ν) θάλασσα
Κλ. καρδιά ώρα θάλασσα

Πληθυντικός αριθμός


Ον. οι καρδιές οι ώρες οι θάλασσες
Γεν. των καρδιών των ωρών των θαλασσών
Αιτ. τις καρδιές τις ώρες τις θάλασσες
Κλ. καρδιές ώρες θάλασσες

ΘΗΛΥΚΑ σε -η

Ενικός αριθμός


Ον. η γραμμή η κόρη η ζάχαρη
Γεν. της γραμμής της κόρης της ζάχαρης
Αιτ. τη(ν) γραμμή την κόρη τη(ν) ζάχαρη
Κλ. γραμμή κόρη ζάχαρη

Πληθυντικός αριθμός


Ον. οι γραμμές οι κόρες οι ζάχαρες
Γεν. των γραμμών των κορών
Αιτ. τις γραμμές τις κόρες τις ζάχαρες
Κλ. γραμμές κόρες ζάχαρες

ΘΗΛΥΚΑ σε -η (-ις)

Ενικός αριθμός


Ον. η τάξη η έκπληξη
Γεν. της τάξης της έκπληξης
Αιτ. την τάξη την έκπληξη
Κλ. τάξη έκπληξη

Πληθυντικός αριθμός


Ον. οι τάξεις οι εκπλήξεις
Γεν. των τάξεων των εκπλήξεων
Αιτ. τις τάξεις τις εκπλήξεις
Κλ. τάξεις εκπλήξεις

ΘΗΛΥΚΑ σε -α


Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός
Ον. η γιαγιά οι γιαγιάδες
Γεν. της γιαγιάς των γιαγιάδων
Αιτ. τη(ν) γιαγιά τις γιαγιάδες
Κλ. γιαγιά γιαγιάδες

ΘΗΛΥΚΑ σε -ω

Ενικός αριθμός


Ον. η Φρόσω η Σαπφώ
Γεν. της Φρόσως της Σαπφώς (-ούς)
Αιτ. τη(ν) Φρόσω τη(ν) Σαπφώ
Κλ. Φρόσω Σαπφώ

ΘΗΛΥΚΑ σε -ος

Ενικός αριθμός


Ον. η οδός η εγκύκλιος
Γεν. της οδού της εγκύκλιου
Αιτ. την οδό την εγκύκλιο
Κλ. οδό εγκύκλιο

Πληθυντικός αριθμός


Ον. οι οδοί οι εγκύκλιοι
Γεν. των οδών των εγκυκλίων
Αιτ. τις οδούς τις εγκυκλίους
Κλ. οδοί εγκύκλιοι

ΟΥΔΕΤΕΡΑ σε -ο

Ενικός αριθμός


Ον. το παλτό το ρούχο το πρόσωπο
Γεν. του παλτού του ρούχου του προσώπου
Αιτ. το παλτό το ρούχο το πρόσωπο
Κλ. παλτό ρούχο πρόσωπο

Πληθυντικός αριθμός


Ον. τα παλτά τα ρούχα τα πρόσωπα
Γεν. των παλτών των ρούχων των προσώπων
Αιτ. τα παλτά τα ρούγα τα ποόσωπα
Κλ. παλτά ρούχα πρόσωπα

ΟΥΔΕΤΕΡΑ σε -ι

Ενικός αριθμός


Ον. το παιδί το κεφάλι
Γεν. του παιδιού του κεφαλιού
Αιτ. το παιδί το κεφάλι
Κλ. παιδί κεφάλι

Πληθυντικός αριθμός


Ον. τα παιδιά τα κεφάλια
Γεν. των παιδιών των κεφαλιών
Αιτ. τα παιδιά τα κεφάλια
Κλ. παιδιά κεφάλια

ΟΥΔΕΤΕΡΑ σε -μα


Ον. το σώμα το όνομα
Γεν. του σώματος του ονόματος
Αιτ. το σώμα το όνομα
Κλ. σώμα όνομα

Πληθυντικός αριθμός


Ον. τα σώματα τα ονόματα
Γεν. των σωμάτων των ονομάτων
Αιτ. τα σώματα τα ονόματα
Κλ. σώματα ονόματα

ΟΥΔΕΤΕΡΑ σε -ος


Ον. το λάθος το έδαφος
Γεν. του λάθους του εδάφους
Αιτ. το λάθος το έδαφος
Κλ. λάθος έδαφος

Πληθυντικός αριθμός


Ον. τα λάθη τα εδάφη
Γεν. των λαθών των εδαφών
Αιτ. τα λάθη τα εδάφη
Κλ. λάθη εδάφη

ΟΥΔΕΤΕΡΑ σε -σιμο (-ξίμο, -ψίμο)


Ον. το ντύσιμο το γράψιμο
Γεν. του ντυσίματος του γραψίματος
Αιτ. το ντύσιμο το γράψιμο
Κλ. ντύσιμο γράψιμο

Πληθυντικός αριθμός


Ον. τα ντυσίματα τα γραψίματα
Γεν. των ντυσιμάτων των γραψιμάτων
Αιτ. τα ντυσίματα τα γραψίματα
Κλ. ντυσίματα γραψίματα

ΟΥΔΕΤΕΡΑ σε -ας και -ως


Ον. το κρέας το φως
Γεν. του κρέατος του φωτός
Αιτ. το κρέας το ψως
Κλ. κρέας φως

Πληθυντικός αριθμός


Ον. τα κρέατα τα φώτα
Γεν. των κρεάτων των φώτων
Αιτ. τα κρέατα τα φώτα
Κλ. κρέατα φώτα

ΚΛΙΣΗ ΕΠΙΘΕΤΩΝ

ΕΠΙΘΕΤΑ σε -ος, -η, -ο

καλός, καλή, καλό

Ενικός αριθμός


Ον. ο καλός η καλή το καλό
Γεν. του καλού της καλής του καλού
Αιτ. τον καλό την καλή το καλό
Κλ. καλέ καλή καλό

Πληθυντικός αριθμός


Ον. οι καλοί οι καλές τα καλά
Γεν. των καλών των καλών των καλών
Αιτ. τους καλούς τις καλές τα καλά
Κλ. καλοί καλές καλά

όμορφος, όμορφη, όμορφο

Ενικός αριθμός


Ον. ο όμορφος η όμορφη το όμορφο
Γεν. του όμορφου της όμορφης του όμορφου
Αιτ. τον όμορφο την όμορφη το όμορφο
Κλ.

Πληθυντικός αριθμός


Ον. οι όμορφοι οι όμορφες τα όμορφα
Γεν. των όμορφων των όμορφων των όμορφων
Αιτ. τους όμορφους τις όμορφες τα όμορφα
Κλ. όμορφοι όμορφες όμορφα

ΕΠΙΘΕΤΑ σε -ύς, -ιά, -ύ και -ής, -ιά, -ί

βαθύς, βαθιά, βαθύ

Ενικός αριθμός


Ον. ο βαθύς η βαθιά το βαθύ
Γεν. του βαθιού της βαθιάς του βαθιού
Αιτ. το(ν) βαθύ τη(ν) βαθιά το βαθύ
Κλ. βαθύ βαθιά βαθύ

Πληθυντικός αριθμός


Ον. οι βαθιοί οι βαθιές τα βαθιά
Γεν. των βαθιών των βαθιών των βαθιών
Αιτ. τους βαθιούς τις βαθιές τα βαθιά
Κλ. βαθιοί βαθιές βαθιά

σταχτής, σταχτιά, σταχτί

Ενικός αριθμός


Ον. ο σταχτής η σταχτιά το σταχτί
Γεν. του σταχτιού της σταχτιάς του σταχτιού
Αιτ. το(ν) σταχτή τη(ν) σταχτιά το σταχτί
Κλ. σταχτή σταχτιά σταχτί

Πληθυντικός αριθμός


Ον. οι σταχτιοί οι σταχτιές τα σταχτιά
Γεν. των σταχτιών των σταχτιών των σταχτιών
Αιτ. τους σταχτιούς τις σταχτιές τα σταχτιά
Κλ. σταχτιοί σταχτιές σταχτιά

ΕΠΙΘΕΤΑ σε -ής, -ής, -ές

ευτυχής, ευτυχής, ευτυχές

Ενικός αριθμός


Ον. ο ευτυχής η ευτυχής τα ευτυχές
Γεν. του ευτυχούς της ευτυχούς των ευτυχούς
Αιτ. τον ευτυχή την ευτυχή τα ευτυχές
Κλ. ευτυχή ευτυχή ευτυχές

Πληθυντικός αριθμός


Ον. οι ευτυχείς οι ευτυχείς τα ευτυχή
Γεν. των ευτυχών των ευτυχών των ευτυχών
Αιτ. τους ευτυχείς τις ευτυχείς τα ευτυχή
Κλ. ευτυχείς ευτυχείς ευτυχή

ΕΠΙΘΕΤΑ σε -ης, -α, -ικο

ζηλιάρης, ζηλιάρα, ζηλιάρικο

Ενικός αριθμός


Ον. ο ζηλιάρης η ζηλιάρα τα ζηλιάρικο
Γεν. του ζηλιάρη της ζηλιάρας των ζηλιάρικου
Αιτ. τον ζηλιάρη την ζηλιάρα τα ζηλιάρικο
Κλ.

Πληθυντικός αριθμός


Ον. οι ζηλιάριδες οι ζηλιάρες τα ζηλιάρικα
Γεν. των ζηλιάριδων των ζηλιάρικων
Αιτ. τους ζηλιάριδες τις ζηλιάρες τα ζηλιάρικα
Κλ. (ζηλιάριδες) (ζηλιάρες) (ζηλιάρικα)

Το ανώμαλο επίθετο πολλύς, πολλή, πολύ κλίνεται κατά τον ακόλουθο τρόπο

Ενικός αριθμός


Ον. ο πολύς η πολλή το πολύ
Γεν. της πολλής
Αιτ. τον πολύ την πολλή το πολύ
Κλ.

Πληθυντικός αριθμός


Ον. οι πολλοί οι πολλές τα πολλά
Γεν. των πολλών των πολλών των πολλών
Αιτ. τους πολλούς τις πολλές τα πολλά
Κλ. (πολλοί) (πολλές) (πολλά)

ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ

ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ


Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός
Ον. εγώ εσύ εμείς εσείς
Γεν. εμένα μου εσένα σου εμάς μας εσάς σας
Αιτ. εμένα με εσένα σε εμάς μας εσάς σας
Κλ. εσύ εσείς

Ενικός αριθμός


Ον. αυτός αυτή αυτό
Γεν. αυτού αυτής αυτού του της του
Αιτ. αυτόν αυτήν αυτό του την το
Κλ.

Πληθυντικός αριθμός


Ον. αυτοί αυτές αυτά
Γεν. αυτών αυτών αυτών τους τους τους
Αιτ. αυτούς αυτές αυτά τους τις τα
Κλ.

ΚΤΗΤΙΚΕΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ


Α' πρόσωπο μου, μας
Β' πρόσωπο σου, σας
Γ' πρόσωπο του, της, του, τους
Α' πρόσωπο δικός μου, δική μου, δικό μου δικός μας, δική μας, δικό μας
Β' πρόσωπο δικός σου, δική σου, δικό σου δικός σας, δική σας, δικό σας
Γ' πρόσωπο δικός του (της, του), δική του (της, του), δικό του (της, του) δικός τους, δική τους, δικό τους

ΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ


αυτός, αυτή, αυτό
τούτος, τούτη, τούτο
εκείνος, εκείνη, εκείνο
τέτιος, τέτια, τέτιο
τόσος, τόση, τόσο

ΑΝΑΦΟΡΙΚΕΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ

που

ο οποίος, η οποία, το οποίο

όποιος, όποια, όποιο

ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ

τι;

ποιος, ποια, ποιο;

πόσος, πόση, πόσο;

ΑΟΡΙΣΤΕΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ

ένας, μία (μια), ένα

κανένας (κανείς), καμιά (καμία), κανένα

κάποιος, κάποιος κάποιο

μερικοί, μερικές, μερικά

κάτι, κατιτί

τίποτε (τίποτα)

κάμποσος, κάμποση, κάμποσο

κάθε, καθένας, καθεμία (καθεμιά), καθένα

καθετί

(ο, η, το) δεινός (ο, η, το) τάδε

άλλος, άλλη, άλλο

ΑΥΤΟΠΑΘΕΙΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ


Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός
Α' πρόσωπο
Γεν. του εαυτού μου του εαυτού μας (των εαυτών μας)
Αιτ. τον εαυτό μου τον εαυτό μας (τους εαυτούς μας)
Β' πρόσωπο
Γεν. του εαυτού σου του εαυτού σας (των εαυτών σας)
Αιτ. τον εαυτό σου τον εαυτό σας (τους εαυτούς σας)
Γ' πρόσωπο
Γεν. του εαυτού του (της) του εαυτού τους (των εαυτών τους)
Αιτ. τον εαυτό του (της) τον εαυτό τους (των) (τους εαυτούς τους (των))

ΡΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΣΥΖΥΓΙΑΣ

Таблица № 1

Ενεργητική φωνή

χτίζω


ΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ (να, όταν, για να κτλ.) ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ ΜΕΤΟΧΗ
ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ χτίζω να χτίζω
χτίζεις να χτίζεις χτίζε
χτίζει να χτίζει χτίζοντας
χτίζουμε να χτίζουμε
χτίζετε να χτίζετε χτίζετε
χτίζουν να χτίζουν
ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ έχτιζα
έχτιζες
έχτιζε
χτίζαμε
χτίζατε
έχτιζαν
ΑΟΡΙΣΤΟΣ έχτισα να χτίσω
έχτισες να χτίσεις χτίσε
έχτισε να χτίσει χτίσει
χτίσαμε να χτίσουμε
χτίσατε να χτίσετε χτίστε
έχτισαν να χτίσουν
ΟΡΙΣΤΙΚΗ
ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΔΙΑΡΚΗΣ: θα χτίζω ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΑΠΛΟΣ: θα χτίσω ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ: έχω χτίσει ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ: είχα χτίσει ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΣΥΝΤΕΛ.: θα έχω χτίσει

Таблица № 2

Παθητική φωνή

χτίζομαι


ΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ (να, όταν, για να κτλ.) ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ ΜΕΤΟΧΗ
ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ χτίζομαι να χτίζομαι
χτίζεσαι να χτίζεσαι χτίζου
χτίζεται να χτίζεται
χτιζόμαστε να χτιζόμαστε
χτίζεστε να χτίζεστε χτίζεστε
χτίζονται να χτίζονται
ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ χτιζόμουν
χτιζόσουν
χτιζόταν
χτιζόμαστε
χτιζόσαστε
χτίζονταν
ΑΟΡΙΣΤΟΣ χτίστηκα να χτιστώ
χτίστηκες να χτιστείς χτίσου
χτίστηκε να χτιστεί χτιστεί
χτιστήκαμε να χτιστούμε
χτιστήκατε να χτιστείτε χτιστείτε
χτίστηκαν να χτιστούν
ΟΡΙΣΤΙΚΗ χτισμένος
ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΔΙΑΡΚΗΣ: θα χτίζομαι ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΑΠΛΟΣ: θα χτιστώ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ: έχω χτιστεί ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ: είχα χτιστεί ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΣΥΝΤΕΛ.: θα χτιστεί

Таблица № 3

Ενεργητική φωνή

κρύβω


ΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ (να, όταν, για να κτλ.) ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ ΜΕΤΟΧΗ
ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ κρύβω να κρύβω
κρύβεις να κρύβεις κρύβε
κρύβει να κρύβει κρύβοντας
κρύβουμε να κρύβουμε
κρύβετε να κρύβετε κρύβετε
κρύβουν να κρύβουν
ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ έκρυβα
έκρυβες
έκρυβε
κρύβαμε
κρύβατε
έκρυβαν
ΑΟΡΙΣΤΟΣ έκρυψα να κρύψω
έκρυψες να κρύψεις κρύψε
έκρυψε να κρύψει κρύψει
κρύψαμε να κρύψουμε
κρύψατε να κρύψετε κρύψτε
έκρυψαν να κρύψουν
ΟΡΙΣΤΙΚΗ
ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΔΙΑΡΚΗΣ: θα κρύβω ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΑΠΛΟΣ: θα κρύψω ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ: έχω κρύψει ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ: είχα κρύψει ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΣΥΝΊΈΛ.: θα έχω κρύψει

Таблица № 4

Παθητική φωνή

κρύβομαι


ΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ (να, όταν, για να κτλ.) ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ ΜΕΤΟΧΗ
ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ κρύβομαι να κρύβομαι
κρύβεσαι να κρύβεσαι (κρύβου)
κρύβεται να κρύβεται
κρυβόμαστε να κρυβόμαστε
κρύβεστε να κρύβεστε (κρύβεστε)
κρύβονται να κρύβονται
ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ κρυβόμουν
κρυβόσουν
κρυβόταν
κρυβόμαστε
κρυβόσαστε
κρύβονταν
ΑΟΡΙΣΤΟΣ κρύφτηκα να κρυφτώ
κρύφτηκες να κρυφτείς κρύψου
κρύφτηκε να κρυφτεί κρυφτεί
κρυφτήκαμε να κρυφτούμε
κρυφτήκατε να κρυφτείτε κρυφτείτε
κρύφτηκαν να κρυφτούν
ΟΡΙΣΤΙΚΗ κρυμμένος
ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΔΙΑΡΚΗΣ: θα κρύβομαι ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΑΠΛΟΣ: θα κρυφτώ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ: έχω κρυφτεί ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ: είχα κρυφτεί ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΣΥΝΤΕΛ.: θα έχω κρυφτεί

Таблица № 5

Ενεργητική φωνή

πλέκω


ΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ (να, όταν, για να κτλ.) ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ ΜΕΤΟΧΗ
ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ πλέκω να πλέκω
πλέκεις να πλέκεις πλέκε
πλέκει να πλέκει πλέκοντας
πλέκουμε να πλέκουμε
πλέκετε να πλέκετε πλέκετε
πλέκουν να πλέκουν
ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ έπλεκα
έπλεκες
έπλεκε
πλέκαμε
πλέκατε
έπλεκαν
ΑΟΡΙΣΤΟΣ έπλεξα να πλέξω
έπλεξες να πλέξεις πλέξε
έπλεξε να πλέξει πλέξει
πλέξαμε να πλέξουμε
πλέξατε να πλέξετε πλέξτε
έπλεξαν να πλέξουν
ΟΡΙΣΤΙΚΗ
ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΔΙΑΡΚΗΣ: θα πλέκω ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΑΠΛΟΣ: θα πλέξω ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ: έχω πλέξει ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ: είχα πλέξει ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΣΥΝΤΕΛ: θα έχω πλέξει

Таблица № 6

Παθητική φωνή

πλέκομαι


ΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ (να, όταν, για να κτλ.) ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ ΜΕΤΟΧΗ
ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ πλέκομαι να πλέκομαι
πλέκεσαι να πλέκεσαι (πλέκου)
πλέκεται να πλέκεται
πλεκόμαστε να πλεκόμαστε
πλέκεστε να πλέκεστε (πλέκεστε)
πλέκονται να πλέκονται
ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ πλεκόμουν
πλεκόσουν
πλεκόταν
πλεκόμαστε
πλεκόσαστε
πλεκόνταν
ΑΟΡΙΣΤΟΣ πλέχτηκα να πλεχτώ
πλέχτηκες να πλεχτείς πλέξου
πλέχτηκε να πλεχτεί πλεχτεί
πλεχτήκαμε να πλεχτούμε
πλεχτήκατε να πλεχτείτε πλεχτείτε
πλέχτηκαν να πλεχτούν
ΟΡΙΣΤΙΚΗ πλεγμένος
ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΔΙΑΡΚΗΣ: θα πλέκομαι ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΑΠΛΟΣ: θα πλεχτώ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ: έχω πλεχτεί ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ: είχα πλεχτεί ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΣΥΝΤΕΛ.: θα έχω πλεχτεί

Таблица № 7

Ενεργητική φωνή

Πρώτη τάξη

αγαπώ


ΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ (να, όταν, για να κτλ.) ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ ΜΕΤΟΧΗ
ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ αγαπώ ν’ αγαπώ
αγαπάς ν’ αγαπάς αγάπα
αγαπά(ει) ν’ αγαπά(ει) αγαπώντας
αγαπουμε(άμε) ν’ αγαπούμε(άμε)
αγαπάτε ν’ αγαπάτε αγαπάτε
αγαπούν(άν)(ε) ν’ αγαπούν(άν)(ε)
ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ αγαπούσα
αγαπούσες
αγαπούσε
αγαπούσαμε
αγαπούσατε
αγαπούσαν
ΑΟΡΙΣΤΟΣ αγάπησα ν’ αγαπήσω
αγάπησες ν’ αγαπήσεις αγάπησε
αγάπησε ν’ αγαπήσει αγαπήσει
αγαπήσαμε ν’ αγαπήσουμε
αγαπήσατε ν’ αγαπήσετε αγαπήστε
αγάπησαν ν’ αγαπήσουν
ΟΡΙΣΤΙΚΗ
ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΔΙΑΡΚΗΣ: θ’ αγαπώ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΑΠΛΟΣ: θ’ αγαπήσω ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ: έχω αγαπήσει ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ: είχα αγαπήσει ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΣΥΝΤΕΛ.: θα έχω αγαπήσει

Таблица № 8

Παθητική φωνή

αγαπιέμαι


ΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ (να, όταν, για να κτλ.) ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ ΜΕΤΟΧΗ
ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ αγαπιέμαι ν’ αγαπιέμαι
αγαπιέσαι ν’ αγαπιέσαι
αγαπιέται ν’ αγαπιέται
αγαπιόμαστε ν’ αγαπιόμαστε
αγαπιέστε ν’ αγαπιέστε
αγαπιούνται ν’ αγαπιούνται
ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ αγαπιόμουν
αγαπιόσουν
αγαπιόταν
αγαπιόμαστε
αγαπιόσαστε
αγαπιόνταν (ούνταν)
ΑΟΡΙΣΤΟΣ αγαπήθηκα ν’ αγαπηθώ
αγαπήθηκες ν’ αγαπηθείς αγαπήσου
αγαπήθηκε ν’ αγαπηθεί αγαπηθεί
αγαπηθήκαμε ν’ αγαπηθούμε
αγαπηθήκατε ν’ αγαπηθείτε αγαπηθείτε
αγαπήθηκαν ν’ αχαπηθούν
ΟΡΙΣΤΙΚΗ αγαπημένος
ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΔΙΑΡΚΗΣ: θα αγαπιέμαι ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΑΠΛΟΣ: θ’ αγαπηθώ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ: έχω αγαπηθεί ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ: είχα αγαπηθεί ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΣΥΝΤΕΛ.: θα έχω αγαπηθεί

Таблица № 9

Ενεργητική φωνή

Δεύτερη τάξη

εξηγώ


ΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ (να, όταν, για να κτλ.) ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ ΜΕΤΟΧΗ
ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ εξηγώ να εξηγώ
εξηγείς να εξηγείς εξήγα
εξηγεί να εξηγεί εξηγώντας
εξηγούμε να εξηγούμε
εξηγείτε να εξηγείτε εξηγείτε
εξηγούν να εξηγούν
ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ εξηγούσα
εξηγούσες
εξηγούσε
εξηγούσαμε
εξηγούσατε
εξηγούσαν
ΑΟΡΙΣΤΟΣ εξήγησα να εξηγήσω
εξήγησες να εξηγήσεις εξήγησε
εξήγησε να εξηγήσει εξηγήσει
εξηγήσαμε να εξηγήσουμε
εξηγήσατε να εξηγήσετε εξηγήστε
εξήγησαν να εξηγήσουν
ΟΡΙΣΤΙΚΗ
ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΔΙΑΡΚΗΣ: θα εξηγώ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΑΠΛΟΣ: θα εξηγήσω ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ: έχω εξηγήσει ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ: είχα εξηγήσει ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΣΥΝΤΕΛ.: θα έχω εξηγήσει

Таблица № 10

Παθητική φωνή

εξηγούμαι


ΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ (να, όταν, για να κτλ.) ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ ΜΕΤΟΧΗ
ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ εξηγούμαι να εξηγούμαι
εξηγείσαι να εξηγείσαι
εξηγείται να εξηγείται
εξηγούμαστε να εξηγούμαστε
εξηγείστε να εξηγείστε
εξηγούνται να εξηγούνται
ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ εξηγόμουν
εξηγόσουν
εξηγόταν
εξηγόμαστε
εξηγόσαστε
εξηγόμουν
ΑΟΡΙΣΤΟΣ εξηγήθηκα να εξηγηθώ
εξηγήθηκες να εξηγηθείς εξηγήσου
εξηγήθηκε να εξηγηθεί εξηγηθεί
εξηγηθήκαμε να εξηγηθούμε
εξηγηθήκατε να εξηγηθείτε εξηγηθείτε
εξηγήθήκαν να εξηγηθούν
ΟΡΙΣΤΙΚΗ εξηγημένος
ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΔΙΑΡΚΗΣ: θα εξηγούμαι ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΑΠΛΟΣ: θα εξηγηθώ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ: έχω εξηγηθεί ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ: είχα εξηγηθεί ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΣΥΝΤΕΛ.: θα έχω εξηγηθεί

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΑΝΩΜΑΛΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ

Таблица № 11


ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ ΜΕΤΟΧΗ ΠΑΘΗΤΙΚΗ
ενεργητικός παθητικός
ανεβαίνω ανέβηκα ανεβασμένος
αρέσω άρεσα
αυξάνω αύξησα αυξήθηκα αυξημένος
αφήνω άφησα αφέθηκα αφημένος
βάζω έβαλα βάλθηκα βαλμένος
βάλλω έβαλα βλήθηκα βλημένος
βγάζω έβγαλα βγάλθηκα βγαλμένος
βγαίνω βγήκα
βλέπω είδα ειδώθηκα ειδωμένος
βρέχω έβρεξα βράχηκα βρε(γ)μένος
βρίσκω βρήκα βρέθηκα
γδέρνω έγδαρα γδάρθηκα γδαρμένος
γέρνω έγειρα γερμένος
γίνομαι έγινα γίνηκα γινωμένος
δέρνω έδειρα δάρθηκα δαρμένος
διαβαίνω διάβηκα
διαμαρτύρομαι διαμαρτυρήθηκα διαμαρτυρημένος
διδάσκω δίδαξα διδάχτηκα διδαγυένος
δίνω έδοσα δόθηκα δο(σ)μένος
έρχομαι ήρθα
εύχομαι ευχήθηκα
θέλω θέλησα θελημένος
θέτω έθεσα θεμένος
κάθομαι κάθισα καθισμένος
(καθίζω) κάθισα καθισμένος
καίω έκαψα κάηκα καμένος
κάνω έκανα, έκαμα καμωμένος
καταλαβαίνω κατάλαβα
κατεβαίνω κατέβηκα κατεβασμένος
κλαίω έκλαψα κλαύτηκα κλαμένος
λαβαίνω έλαβα
λαχαίνω έλαχα
λέ(γ)ω είπα ειπώθηκα ειπωμένος
μαθαίνω έμαθα μαθεύτηκα μαθημένος
μακραίνω μάκρυνα (απο)μακρύνθηκα (απο)μακρυσμένος
μένω έμεινα
μπαίνω μπήκα μπασμένος
ντρέπομαι ντράπηκα
παθαίνω έπαθα (κακο)παθημένος
παίρνω πήρα πάρθηκα παρμένος
παραγγέλλω παράγγειλα παραγγέλθηκα παραγγελμένος
πετυχαίνω πέτυχα πετυχημένος
πέφτω έπεσα πεσμένος
πηγαίνω πήγα
πίνω ήπια πιώθηκα πιωμένος
πλένω έπλυνα πλύθηκα πλυμένος
σέβομαι σεβάστηκα
σέρνω έσυρα σύρθηκα συρμένος
σπέρνω έσπειρα σπάρθηκα σπαρμένος
στέκομαι στάθηκα
στέλνω έστειλα στάλθηκα σταλμένος
στρέφω έστρεψα στράφηκα στραμμένος (στρεμμένος)
σωπαίνω σώπασα
σιωπώ σιώπησα σιωπήθηκα σιωπημένος
τείνω έτεινα τάθηκα
τρέπω έτρεψα τράπηκα τραμμένος
τρώ(γ)ω έφαγα φαγώθηκα φαγωμένος
τυχαίνω έτυχα (απο)τυχημένος
υπόσχομαι υποσχέθηκα υποσχεμένος
φαίνομαι φάνηκα (κακο)φανισμένος
φεύγω έφυγα
φταίω έφταιξα
χαίρομαι χάρηκα
χορταίνω χόρτασα


Источник: Учебник греческого языка: Практический курс / М.Л. Рытова. - Москва: Эдиториал УРСС, 1999. - 375, [12] с.

Комментарии для сайта Cackle